ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΑΡΜΑΚΟ

on .

Toυ Μάρκου Ολλανδέζου, Επιστημονικού διευθυντή της ΠΕΦ

Oι χρόνιες παθογένειες του συστήματος υγείας, οι ασυνέχειες της πρωτοβάθμιας φροντίδας, η έλλειψη συνεκτικής φαρμακευτικής πολιτικής και η απουσία κανόνων και μηχανισμών ελέγχου, οδήγησαν σταδιακά στον εκτροχιασμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, εξέλιξη που κορυφώθηκε στα τέλος της προηγούμενης δεκαετίας. Oι χρόνιες παθογένειες του συστήματος υγείας, οι ασυνέχειες της πρωτοβάθμιας φροντίδας, η έλλειψη συνεκτικής φαρμακευτικής πολιτικής και η απουσία κανόνων και μηχανισμών ελέγχου, οδήγησαν σταδιακά στον εκτροχιασμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, εξέλιξη που κορυφώθηκε στα τέλος της προηγούμενης δεκαετίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο περιορισμός της φαρμακευτικής δαπάνης αναδείχθηκε σε κυρίαρχη προτεραιότητα της μνημονιακής πολιτικής για την υγεία. Το μίγμα των μέτρων που εφαρμόστηκαν εστίασε μονομερώς στην περιστολή της φαρμακευτικής δαπάνης αφενός μέσω συνεχών βίαιων μειώσεων των τιμών των φαρμάκων και αφετέρου μέσω της επιβολής υπέρογκων υποχρεωτικών εκπτώσεων (rebate) και επιστροφών από τη βιομηχανία στον ΕΟΠΥΥ και τα νοσοκομεία (clawback). Δυστυχώς τα μέτρα αυτά δεν συνοδεύτηκαν από πραγματικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα επέτρεπαν τη βιώσιμη συγκράτηση του κόστους μέσω του εξορθολογισμού της συνταγογράφησης και της ασφαλιστικής αποζημίωσης των φαρμάκων καθώς και της διαμόρφωσης ενός συστήματος κινήτρων για την επιλογή οικονομικότερων θεραπειών από τους επαγγελματίες υγείας και τους ασθενείς.

 

Οι τεράστιες μειώσεις τιμών, εστιασμένες μονομερώς στα τα γενόσημα και γενικότερα στις παλαιότερες θεραπείες, οδήγησαν πληθώρα καταξιωμένων φαρμάκων σε υποχρεωτική έξοδο από την αγορά καθώς η διατήρηση τους σε κυκλοφορία κατέστη ασύμφορη. Η αναγκαστική απόσυρση των φαρμάκων αυτών από την αγορά, συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που είναι όσο ποτέ απαραίτητα, λόγω της εγγενούς δυνατότητάς τους να παράγουν εξοικονομήσεις, υποκαθιστώντας ακριβότερες θεραπείες. Αντίθετα, η τιμολογιακή εξόντωση των παλαιότερων και ήδη οικονομικών φαρμάκων ωθεί την συνταγογράφηση σε νεότερες ακριβότερες θεραπείες για τις ίδιες ενδείξεις, με τελικό αποτέλεσμα την αύξηση της πραγματικής δαπάνης και την υπέρβαση των (πολύ χαμηλών) ορίων του κλειστού προϋπολογισμού που βρίσκεται «κλειδωμένος» στα 1.945 εκατ.€. Οι όποιες υπερβάσεις του παραπάνω ορίου τροφοδοτούνται από τη συνεχή είσοδο στην αγορά νέων πολύ ακριβών φαρμάκων και την μέχρι σήμερα αδυναμία του κράτους για τη θέσπιση κανόνων με στόχο τη συγκράτηση της συχνά αναίτιας, αδικαιολόγητης υποκατάστασης των παλαιότερων φαρμάκων από νεότερα ακριβότερα. Οι συνεχώς αυξανόμενες αυτές υπερβάσεις επιμερίζονται σε όλες τις βιομηχανίες κατά κύριο λόγο βάσει του μεριδίου αγοράς τους και επιστρέφονται στο κράτος υπό τη μορφή του clawback. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον πρώτο χρόνο της εφαρμογής του το 2012, το clawback ανήλθε σε 78 εκατ. €, ενώ φέτος εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 620 εκατ. € !!

Δυστυχώς, ενώ το clawback, όπου εφαρμόστηκε είχε τη μορφή έκτακτου προσωρινού δημοσιονομικού μέτρου, στην Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε δομικό στοιχείο της φαρμακευτικής πολιτικής δημοσιονομικής. Πρόκειται ουσιαστικά για μια πρόσθετη επιβάρυνση που επιβάλλεται άδικα στα γενόσημα φάρμακα: Ενώ η δαπάνη αυξάνεται κατά κύριο λόγο από τα νεότερα ακριβά φάρμακα, οι υπερβάσεις επιμερίζονται σε όλα τα φάρμακα, ακόμη και στα γενόσημα που από τη φύση τους υποκαθιστούν ακριβότερες θεραπείες και κατά συνέπεια παράγουν μόνο εξοικονομήσεις. Ο συνδυασμός τιμολόγησης και υποχρεωτικών εκπτώσεων-επιστροφών απαξιώνει το ελληνικό φάρμακο, ακυρώνει τον επενδυτικό / ερευνητικό σχεδιασμό των ελληνικών επιχειρήσεων και ανακόπτει την αναπτυξιακή πορεία ενός κλάδου που τεκμηριωμένα, μπορεί να αποτελέσει πυλώνα ανασυγκρότησης της εθνικής οικονομίας. Ενώ, λοιπόν, η ποιότητα των ελληνικών φαρμάκων είναι διεθνώς αναγνωρισμένη δεδομένου ότι εξάγονται σε πάνω από 85 χώρες, τα προβλήματα και οι στρεβλώσεις του σημερινού πλαισίου φαρμακευτικής πολιτικής έχουν καταστήσει τη χώρα μας «πρωταθλήτρια» στην χρήση εισαγόμενων ακριβών φαρμάκων και ταυτόχρονα ουραγό στην χρήση γενοσήμων φαρμάκων μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.

Η περιπέτεια των μνημονίων αφήνει πίσω της μια κατακερματισμένη φαρμακευτική αγορά, χωρίς στρατηγικό προσανατολισμό, με σημαντικές στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες με ελλείψεις και προβλήματα επάρκειας. Η εικόνα αυτή καθιστά αναγκαία τη διαμόρφωση ενός νέου βιώσιμου πλαισίου βιώσιμης φαρμακευτικής πολιτικής, με μέτρα για το εξορθολογισμό της χρήσης και της αποζημίωσης των φαρμάκων, που θα διασφαλίζει την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε κάθε αναγκαία θεραπεία σε προσιτό κόστος, ενώ παράλληλα θα αξιοποιεί και τις σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. Η συμβολή της παραγωγικής φαρμακοβιομηχανίας στην ελληνική οικονομία και κοινωνία είναι ιδιαίτερα σημαντική μέσω της ενίσχυσης της απασχόλησης, της αξιοποίησης του επιστημονικού δυναμικού της χώρας, της επένδυσης σε δραστηριότητες έρευνας, της ανάπτυξης και κατοχύρωσης τεχνογνωσίας, των εξαγωγών, των φορολογικών εσόδων και γενικότερα της παραγωγής προστιθέμενης αξίας που μένει στη χώρα και επανεπενδύεται. Τα χαρακτηριστικά αυτά αναδεικνύουν την ελληνική φαρμακοβιομηχανία όχι μόνο σε σημαντικό πυλώνα του εθνικού συστήματος υγείας, εξασφαλίζοντας ολοκληρωμένη και οικονομικά προσιτή ποιοτική φαρμακευτική περίθαλψη αλλά και σε βασικό αναπτυξιακό κλάδο της εθνικής οικονομίας σε μια περίοδο που η ανάπτυξη αποτελεί τη μόνη επιλογή για την οριστική έξοδο από τον υφεσιακό κύκλο της τελευταίας δεκαετίας.